About Me

3D HTML

Υεμένη: Τέσσερα χρόνια εμφυλίου πολέμου

Τέσσερα έτη της ένοπλης σαουδαραβικής εμπλοκής στον εμφύλιο πόλεμο στην Υεμένη συμπληρώθηκαν στις 26 Μαρτίου, έπειτα ίδρυσης συνασπισμού λίγες ημέρες μετά από την έναρξη του. Την θλίψη γι’ αυτή την επέτειο καθώς και την αμηχανία που φέρει ήρθε να εντείνει η επίθεση εκ μέρους της Σαουδικής Αραβίας και του συνασπισμού  σε νοσοκομείο της Σάντα, επαρχία ελεγχόμενη από την επαναστατική οργάνωση των Χούθις.


Ο τετραετής εμφύλιος στην Υεμένη απασχολεί την διεθνή κοινότητα όχι μόνο εξαιτίας των καταστροφικών του συνεπειών σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και ανθρωπιστικό επίπεδο, αλλά και εξαιτίας των βασικών του παικτών, οι οποίοι δεν περιορίζονται στο εσωτερικό του κράτους. Η έκρυθμη κατάσταση στην Υεμένη, με εφαλτήριο την ανικανότητα της κυβέρνησης να εγγυηθεί μία πολιτική και κοινωνική σταθερότητα του κράτους ως ασπίδα στα γεγονότα των Αραβικών Εξεγέρσεων (γνωστές κι ως Αραβική Άνοιξη), αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου "ψυχρού πολέμου" που διαδραματίζεται στο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής, με βασικούς πόλους, την σουνιτική Σαουδική Αραβία και το σιιτικό Ιράν. 

Η αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο κράτη, η οποία έχει τις ρίζες της στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, εξελίσσεται σε σφοδρή ένοπλη αντιπαράθεση δια αντιπροσώπων. Η αντιπαράθεση αυτή καλλιεργείται και τροφοδοτείται στο όνομα του ηγεμονικού ρόλου που διεκδικούν τα δύο κράτη και των οφελών που προκύπτουν από αυτόν. Βασική παράμετρος της διαδικασίας επίτευξης του στόχου, αποτελεί η αβίαστη επιρροή σε ζωτικής σημασίας περιοχές, η οποία θα εξασφαλίζει την διατήρηση και μεγέθυνση της ισχύς αλλά και της ασφάλειας στο ρευστό πεδίο της Μέσης Ανατολής. 

Στην περίπτωση της Υεμένης, η αντιπαράθεση φαίνεται να έχει λάβει ανεξέλεγκτη τροπή.  Παρατηρώντας το χρονικό του πολέμου, είναι εμφανής η διαρκής ένταξη νέων δρώντων, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό του κράτους και την αυξανόμενη αδυναμία της επίσημης κυβέρνησης για άμεση και οριστική λήξη της καταστροφικής κατάστασης. Η ανικανότητα της κυβέρνησης να επιβληθεί, η απουσία ενός συμπαγούς και πιστού στρατού σε αυτή, σε συνδυασμό με την αμείλικτη στάση της Σαουδικής Αραβίας και της υπόγειας αλλά άρτιας υποστήριξης του Ιράν στους Χούθις με αυξανόμενο αριθμό επιτυχιών εις βάρος κάθε αντιπάλου, ο πολλαπλασιασμός των δρώντων που διεκδικούν τα συμφέροντα τους με διαφορετικές μεθόδους καθιστώντας την κυβέρνηση αναξιόπιστη για ενιαία και αποτελεσματική αντιμετώπιση οδηγούν στις δραματικές -για τον λαό της Υεμένης- συνέπειες.

Το ήδη περίπλοκο αυτό παζλ συγκρούσεων, κάθε άλλο παρά αίσθηση αισιοδοξίας δημιουργεί. 

Από τη μία, η Σαουδική Αραβία υποστηρίζει την κυβέρνηση Hadi και ακολουθεί παρωχημένες πολιτικές αντιμετώπισης του ζητήματος οι οποίες, μόνο αρνητικά αποτελέσματα φέρουν. Συγκεκριμένα, η Σαουδική Αραβία με την αμφίεση της συμμαχίας που έχει ιδρύσει ενάντια σε κάθε παρακρατική οργάνωση -η οποία υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ και το ΗΒ- έχει προβεί σε πληθώρα εχθροπραξιών με την αμέριστη ανοχή της κυβέρνησης της Υεμένης. Tην ίδια ώρα ασκεί πρακτικές πλήρους αποκλεισμού του κράτους για την αποφυγή οποιασδήποτε υποστήριξης προς την οργάνωση των Χούθις με βασικό θύμα τον άμαχο πληθυσμό της Υεμένης. Οι δράσεις αυτές ουκ ολίγες φορές, ορθώς, έχουν χαρακτηριστεί από την διεθνή κοινότητα ως εγκληματικές. 

Στον αντίποδα, το Ιράν ακολουθεί μια πλέον τυπική πολιτική αφανούς, αλλά σημαντικής, υποστήριξης προς κάθε κατεύθυνση εξεγέρσεων που πλήττουν τα σαουδαραβικά συμφέροντα. Στο παράδειγμα της Υεμένης, το Ιράν -σε αντίθεση με την Σαουδική Αραβία- δεν στοχεύει στην πλήρη εμπλοκή στα εσωτερικά του κράτους που οδηγεί στην οριακή διάλυση του, αλλά στην ενίσχυση της σιιτικής επαναστατικής οργάνωσης των Χούθις, η οποία σε πρώτο επίπεδο θα αποδυναμώσει την θέση της Σαουδικής Αραβίας, ενώ σε δεύτερο επίπεδο θα εγγυηθεί την επιρροή του Ιράν στην Υεμένη εφόσον επικρατήσουν μετά το τέλος του εμφυλίου.

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις το μέλλον της Υεμένης προβλέπεται δυσοίωνο ενώ ερωτήματα σχετικά με την ορθή ανάμειξη περιφερειακών και διεθνών δρώντων, τις αναγκαίες συνθήκες ανακωχής κι έπειτα ειρήνης και ανοικοδόμησης του κράτους είναι νωρίς να απαντηθούν. Το πλέον σίγουρο είναι η καθυστέρηση της πολυπόθητης λύσης και η καταδίκη για μία καθόλου αλώβητη έξοδο της Υεμένης από τον εμφύλιο πόλεμο.